Konstantinos Sofikitis

@c_sofikitis

⚪️ @natgeo Explorer ⚪️Inspirer @marabouproject ⚪️Co Founder @echnilasies ⚪️ @worldphotoorg 🥇
Followers
17.8k
Following
1,856
Account Insight
Score
56.87%
Index
Health Rate
%
Users Ratio
10:1
Weeks posts
Το χώμα εδώ δεν χαρίζεται. Το κερδίζεις, λίγο λίγο, με τα χέρια και τον χρόνο. Ο Αντώνης γεννήθηκε το 1939 και πριν καλά καλά καταλάβει τον κόσμο, βρέθηκε μέσα του. Στα δεκατρία στα μεταλλεία. Εκεί που η δουλειά δεν ήταν μόνο βάρος αλλά και αδικία. Άνθρωποι κάτω από τη γη, άλλοι να ορίζουν από πάνω. Κι όμως, δεν έμαθε να σκύβει. Έμαθε να αντέχει. Πέρασε από πολλά. Οικοδομές, λιμάνια, δρόμους της Αθήνας, ταξί, φορτηγά, θάλασσα. Χιλιόμετρα και κύματα. Όπου κι αν πήγε, δούλευε χωρίς να κάνει θόρυβο. Και πάντα τα χωράφια. Να τον περιμένουν. Να τα φροντίζει όπως μπορεί, με μια σχέση σχεδόν σιωπηλή. Εκεί μεγάλωσε, εκεί συνεχίζει. Το 1965, σε ένα πανηγύρι, γνώρισε τη Βικτωρία. Δεν χρειάστηκαν πολλά. Από το 1966 μαζί, σε μια ζωή που δεν χάρισε ευκολίες. Έφυγαν για την Αθήνα για να σταθούν. Εκείνη δούλεψε σε σπίτια, στην αγορά, χρόνια ολόκληρα χωρίς ανάσα. Κρατούσε μέσα της τη Σέριφο, όχι σαν ανάμνηση αλλά σαν ανάγκη. Ο καημός της δεν ήταν η απόσταση, ήταν τα παιδιά που μεγάλωναν μακριά από τον τόπο. Ο Αντώνης κουβαλά μνήμες παλιές. Από τους μεταλλωρύχους, από αγώνες που δεν γράφτηκαν όπως έπρεπε. Από μια εποχή που η αδικία δεν λεγόταν με το όνομά της. Τα θυμάται χωρίς να τα βαραίνει με λόγια. Στα χρόνια που ήρθαν, στην εποχή όπου λίγοι αποφάσισαν να κλείσουν τους πολλούς στο σπίτι τους, κι όταν όλα γύρω ζητούσαν να γίνεις κάτι άλλο, εκείνος έμεινε ίδιος. Δεν ακολούθησε το ρεύμα. Το πλήρωσε. Με αποστάσεις, με ανθρώπους που απομακρύνθηκαν, με μια σιωπηλή μοναξιά. Κι όμως, δεν σκλήρυνε. Δεν έκρινε. Έμεινε ήρεμος, όπως μόνο όσοι είναι σίγουροι μέσα τους μπορούν. Λέει πως η ζωή είναι καλή, αν τη δεχτείς όπως έρχεται. Όχι εύκολη, καλή. Η Βικτωρία γύρισε στο νησί και δεν το άφησε ξανά. Και κάθε φορά που φεύγει, το κουβαλά μαζί της με έναν τρόπο που πονά. Γιατί αυτός είναι ο τόπος της. Δυο άνθρωποι που έζησαν χωρίς να φτιάξουν ιστορία για να ειπωθεί. Κι όμως, την έζησαν. Σαν το χώμα που δούλεψαν. Σαν το βουνό που τους δοκίμασε. Σαν τη Σέριφο που τους κράτησε μέχρι το τέλος. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
98
0
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χρειάζεται να υψώσουν τη φωνή τους για να αφήσουν αποτύπωμα. Σαν ίχνος πάνω στην πέτρα, σαν ήχος που επιμένει στον αέρα. Ο Θοδωρής Λιβάνιος δεν κρύφτηκε ποτέ πίσω από λόγια. Μιλά όπως είναι. Ταπεινός, αληθινός, από εκείνους που δεν χρειάζονται αποδείξεις για να σταθούν. Γεννημένος το 1951 στη Σέριφο, μεγάλωσε σε έναν τόπο σκληρό, χωρίς πολλές επιλογές. Μετά το δημοτικό βγήκε στη δουλειά. Στα δεκαεπτά του μπήκε στο Πολεμικό Ναυτικό, έφτασε μέχρι αξιωματικός και αποστρατεύτηκε το 1994. Όμως η διαδρομή του είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Όπως λέει, όλα άρχισαν όταν ήταν σχεδόν τεσσάρων χρονών, ακούγοντας για πρώτη φορά το σουραύλι. Κάτι έμεινε μέσα του. Η ανάγκη να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του τόπου του. Όχι με μεγάλα λόγια. Με χαρτιά, κασέτες, κάμερες. Κατέγραφε ανθρώπους, φωνές, ιστορίες. Τη μουσική της Σερίφου την μετέτρεψε σε ένα πολύτιμο αρχείο, σχεδόν εγκυκλοπαίδεια. Όσους πρόλαβε τους ηχογράφησε. Τους υπόλοιπους τους γνώρισε μέσα από τις αφηγήσεις των δικών τους. Έσκυψε πάνω από τα μεταλλεία, τις δύσκολες ιστορίες του νησιού, τις μνήμες που βαραίνουν ακόμη. Ιστορίες από τον πατέρα του, από ανθρώπους που χάθηκαν κάτω από το βουνό. Στην Αθήνα εργάστηκε σε ραδιόφωνο και τηλεόραση, πάντα όμως με τη Σέριφο μέσα του. Μίλησε για το παλιό ελληνικό τραγούδι, για μουσικούς πριν και μετά τον πόλεμο, για ήχους που κινδύνευαν να χαθούν. Το 1999, στο ανοιχτό θέατρο του νησιού, έφερε για λίγο πίσω όσους είχαν φύγει, μέσα από τις ιστορίες και τις ηχογραφήσεις τους. Δημιούργησε και το φεστιβάλ του σουραυλιού, όχι για εντύπωση, αλλά για μνήμη. Συνέχισε να μαζεύει, να καταγράφει, να κρατά. Όχι για να φανεί. Για να μείνουν. Και ίσως η επιμονή να μη χαθεί αυτό που αξίζει να είναι το πιο σημαντικό. Σαν μια νότα από σουραύλι που περνά στον αέρα. Σαν μια ιστορία που κάποιος φρόντισε να μη σβήσει. Σαν τη Σέριφο που τον μεγάλωσε και ακόμη τον κρατά. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
72
0
Among stone, silence and red wine. COMING SOON.. Location: @oenogenesis_winery Model: @giorgos_malammas Photographer: @c_sofikitis Make up artist &hair stylist: @mariatsipsmakeupart #vavatsi #oldmoney #wine #culture #fashion
93
0
Εσύ έχεις ανακαλύψει τον Κοκκινοπηλό; Είναι μόλις 10χλμ μακρυά από την Φιλιππιάδα και η επίσκεψη εκεί αξίζει έστω για μερικά λεπτά να νιώσεις πως είσαι σε άλλο κόσμο! Μια πεζοπορία που δε μοιάζει με καμία άλλη! Βάλτο στη λίστα σου! @c_sofikitis 📸
261
6
Ο Κωνσταντίνος Σοφικίτης βλέπει αυτά που δεν φωνάζουν. Συνεργάτης του National Geographic. Βραβευμένος στα Sony World Photography Awards. Εκτεθειμένος στη Biennale της Βενετίας. Και επιστρέφει στην Ήπειρο — όχι για να ντοκουμεντάρει. Για να ακούσει τη σιωπή της. «Η Ήπειρος έχει βάρος. Σου δίνει χώρο να σταθείς και χρόνο να περιμένεις. Δεν σου χαρίζεται εύκολα — και αυτό έχει αξία.» Η πρώτη του συνέντευξη για τη Θεσπρωτία, αποκλειστικά στο IgoumenitsaStay. Διάβασέ την από το link στο bio. 🔗 #igoumenitsastay #thesprotia #epirus #ήπειρος #θεσπρωτία konstantinossofikitis
3
1
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν φεύγουν πραγματικά, μόνο γίνονται πιο ήσυχοι, σαν τη θάλασσα όταν πέφτει ο άνεμος. Ο Νίκος Παρίσσης έζησε μια ζωή γεμάτη, χωρίς θόρυβο. Από τα δεκαεπτά του έγραφε σε μικρά χαρτιά, λέξεις για να θυμάται. Όχι για να τις δείξει, αλλά για να κρατά κοντά του όσα είδε και όσα ένιωσε. Από επτά χρονών στη βάρκα. Ογδόντα και πλέον χρόνια μέσα στη θάλασσα, όχι σαν δουλειά αλλά σαν τρόπος ζωής. Με το ψαροκάικό του ταξίδεψε, γνώρισε τόπους και ανθρώπους, κουβάλησε εικόνες που δεν ζήτησε ποτέ να γίνουν ιστορίες για άλλους. Τις κράτησε δικές του, όπως κρατάς κάτι πολύτιμο. Ο πόλεμος τον βρήκε παιδί. Η κατοχή τον σημάδεψε, αλλά δεν τον λύγισε. Έμαθε να προχωρά, να αντέχει, να στέκεται με έναν τρόπο που δεν ζητά εξηγήσεις. Ήξερε πολλά, για τη Σμύρνη, για ανθρώπους που πέρασαν από φωτιά και θάλασσα, μα δεν τα έβγαζε στην επιφάνεια. Τα άφηνε εκεί που ανήκουν, μέσα του. Έφτιαξε οικογένεια, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονο. Στάθηκε δίπλα στη γυναίκα του μέχρι το τέλος, με μια σιωπηλή φροντίδα που δεν ζητά αναγνώριση. Έζησε απλά, χωρίς να εκμεταλλευτεί τίποτα και κανέναν, με μοναδικό του στήριγμα τα ήθη και τα ιδανικά μιας άλλης εποχής. Έλεγε πως η ζωή είναι να τη δέχεσαι όπως έρχεται. Να μη σπαταλάς στα περιττά και να μη ξεχνάς τα ουσιαστικά. Τώρα που έφυγε, δεν έμειναν μόνο οι ιστορίες του. Έμεινε ο τρόπος του. Εκείνος ο ήσυχος, σταθερός τρόπος να ζεις χωρίς να προδίδεις όσα πιστεύεις. Σαν τα χαρτιά που έγραφε. Σαν τη θάλασσα που τον κράτησε μια ζωή. Σαν τη Σέριφο που συνεχίζει να τον θυμάται. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
68
1
Crete's craggy terrain is defined by its rugged limestone massifs, which serve as the hallmark of the island's interior. These steep slopes are home to the Cretan wild goats, often seen roaming freely in their natural habitat, adding a distinct layer of raw beauty to the scenery. This unrefined side of the Cretan landscape remains a primary attraction for visitors seeking adventure and authentic natural experiences. #sensetheauthentic #creteisland #crete #explore #mountains
3
0
Στη Σαντορίνη έφτασε το 1974 με μια τσάντα στην πλάτη και χωρίς σχέδιο. Ερχόταν από τη Γαλλία, με μια μικρή στάση στην Ίο που δεν κράτησε πολύ. Το καράβι την άφησε σε ένα νησί άδειο, ήσυχο, σχεδόν σιωπηλό. Τα πρώτα χρόνια έζησε χωρίς ρεύμα. Το θυμάται σαν μια συνέχεια από μέρες με φως τη μέρα και σκοτάδι το βράδυ. Το σπίτι που μένει σήμερα ήταν κάποτε αποθήκη για κρασιά και μουσταλευριά. Σιγά σιγά, με τα χέρια της, το μετέτρεψε σε σπίτι. Όχι πολυτελές. Απλώς αληθινό. Το μαγαζί της το ονόμασε «Μαρία Μπαμπαβιντα», ένα όνομα που κρατάει κάτι από εκείνη και κάτι από μια γιαγιά που θυμόταν από τη Μακεδονία. Έφτιαχνε κοσμήματα στο χέρι, μικρά πράγματα στην αρχή. Όχι για να γεμίσει ράφια, αλλά για να δώσει μορφή σε κάτι που είχε ήδη μέσα της. Πριν φτάσει εδώ είχε ταξιδέψει αλλιώς. Από τη Γαλλία μέχρι την Τουρκία με οτοστόπ, σε εποχές που τόποι όπως το Αφγανιστάν έμοιαζαν ακόμη ανοιχτοί στον κόσμο. Δεν τα λέει για να εντυπωσιάσει. Τα λέει σαν κάτι που απλώς συνέβη. Και μετά έμεινε. Η Σαντορίνη έγινε ο τόπος της. Η απλότητα, η αρχιτεκτονική, το μπλε της θάλασσας και εκείνες οι νύχτες μέχρι τα μέσα του ’80, με μουσικές, παρέες και γλέντια χωρίς λόγο. Δεν κράτησε τίποτα μόνο για τον εαυτό της. Ακόμα και το κρασί που φύλαγε δεκαετίες το άνοιγε χωρίς δεύτερη σκέψη αν υπήρχε άνθρωπος απέναντι. Σήμερα κοιτάζει παλιές φωτογραφίες και θυμάται την άδεια Σαντορίνη που πρωτοείδε, το σπίτι που έγινε σπίτι και τις διαδρομές που την έφεραν εδώ. Και κάπως έτσι, χωρίς ποτέ να το πει δυνατά, έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν θα φύγει. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean Special thanks: @emilymandy9 🙏🏽
53
0
Στην Πάρο μεγάλωσε σε χρόνια που δεν είχαν χώρο για πολλά λόγια, μόνο για επιβίωση Οκτώ χρονών, μέσα στην κατοχή, έμαθε να ξεχωρίζει τους ανθρώπους όχι από τη γλώσσα αλλά από τη σκληρότητα. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν Ιταλοί, οι Γερμανοί λιγότεροι αλλά πιο βαρείς. Δεν χρειαζόταν πολλά για να ξεφύγουν τα πράγματα, ένα βλέμμα, μια κίνηση Στο σπίτι η μητέρα του κρατούσε φούρνο. Εκείνος με τα αδέρφια του έκοβαν ψωμί και το έδιναν στον κόσμο, όχι γιατί περίσσευε αλλά γιατί έτσι έπρεπε. Οι Γερμανοί δεν πείραξαν τον φούρνο, αλλά ζητούσαν να ψήνονται για εκείνους ό,τι υπήρχε. Μνήμες που δεν τις κουβαλάει σαν βάρος, μόνο σαν κάτι που πέρασε μέσα του Στα δεκατρία του νοίκιασε ένα μικρό σπίτι κοντά στη θάλασσα και έγινε ψαράς. Τον έδιωξαν στην αρχή, του είπαν να γυρίσει στα πρόβατα. Δεν γύρισε. Μέσα σε λίγους μήνες είχε ήδη ξεχωρίσει, όχι γιατί το κυνήγησε αλλά γιατί δεν έκανε πίσω Σχολείο πήγε ελάχιστα, δέκα μέρες όλες κι όλες. Η ζωή του ήταν στη θάλασσα. Σαράντα χρόνια ψαράς, ξενύχτια, βάρος, αλάτι. Μέρες που αν δεν έβγαζες ψάρια δεν είχες να φας. Άνοιξε καφενείο χωρίς να ξέρει καφέ και σε τρία χρόνια το έκανε ψαροταβέρνα. Ό,τι έμαθε, το έμαθε κάνοντάς το. Δεν σκέφτηκε ποτέ να φύγει από το νησί. Εδώ ήταν η ζωή του, η θάλασσα, οι άνθρωποι, ο κόπος. Θυμάται γυναίκες στα χωράφια και το κρασί να βγαίνει από το πατητήρι, όχι από μπουκάλια. Από τα οκτώ μέχρι σήμερα, στα 94 του, έχει πάντα ένα ποτήρι κρασί στο τραπέζι Δούλεψε πολύ, πέρασε περισσότερα, δεν τα μετράει. Στέκεται μόνο σε αυτό που έμεινε. Και το λέει απλά ότι είναι γεμάτος 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
100
3
Στις Λεύκες Πάρου μεγάλωσε με την αίσθηση ότι ο κόσμος χωράει μέσα σε λίγα στενά. Όχι γιατί ήταν μικρός, αλλά γιατί όλα περνούσαν από εκεί. Ο Χρήστος Γεωργούσης έφυγε νωρίς για να τελειώσει το σχολείο στην Εύβοια, σπούδασε στην Αθήνα, έκανε τον στρατό του εκεί. Μα δεν ένιωσε ποτέ ότι ανήκει αλλού. Επέστρεψε με μια απλή απόφαση να μείνει εκεί όπου αναγνωρίζει τη ζωή του. Το 1978 στάθηκε για πρώτη φορά ως δάσκαλος στην Πάρο, στην ίδια αυλή που κάποτε ήταν μαθητής. Είχε ήδη ζήσει χρόνια δύσκολα. Τη χούντα όχι σαν έννοια, αλλά σαν εμπειρία. Κράτησε όμως κάτι καθαρό να μην αφήσει τον φόβο να γίνει τρόπος ζωής και να στέκεται δίπλα στους μαθητές, όχι απέναντί τους. Πέρασε για λίγο και από την πολιτική μετά το Πολυτεχνείο, μα γύρισε εκεί που ένιωθε πιο χρήσιμος. Στην τάξη. Θυμάται μια Πάρο αλλιώς. Με ανθρώπους που ήθελαν να χτίσουν. Σήμερα τα παιδιά έχουν περισσότερα, λέει, ίσως λιγότερα να αναζητήσουν. Οι δουλειές του χεριού χάνονται κι όμως το χέρι είναι τρόπος να καταλαβαίνεις τον κόσμο. Κι αν κάτι μένει πιο έντονο από όλα, είναι οι ήχοι. Οι φωνές από τα διπλανά σπίτια. Η μαμή που ερχόταν και το γλέντι που ακολουθούσε. Ο αργαλειός το πρωί. Οι βεγγέρες που περνούσαν από τοίχο σε τοίχο. Όλα όσα δεν τα σκέφτεσαι αλλά σε φτιάχνουν. Αυτά κράτησε. Και τα έκανε βιβλίο. Όχι για να εξηγήσει, αλλά για να μην χαθούν. Ίσως γιατί όταν χάνονται οι ήχοι, αλλάζει και ο τρόπος που θυμάσαι. Κι εκείνος δεν ήθελε να ξεχάσει. 🖊️ : Κωνσταντίνος Σοφικίτης
53
1
Ο Στέλιος Γκίκας δεν μιλάει για την τέχνη του σαν κάτι ξεχωριστό από τη ζωή του. Είναι κάτι που υπήρχε πάντα, πριν ακόμα αποκτήσει όνομα. Από παιδί, δίπλα στη μητέρα του, σχεδίαζε λάμπες πετρελαίου χωρίς να ξέρει ότι αυτή η κίνηση θα τον ακολουθήσει για δεκαετίες. Όπως τον ακολούθησαν και οι εικόνες από μακρινούς τόπους, από το Μαρόκο μέχρι τη Λιβύη, μικρά αντικείμενα που έγιναν σιωπηλοί δάσκαλοι. Σπούδασε γραφικές τέχνες, δούλεψε σε τράπεζα, πέρασε από την Αθήνα χωρίς να ριζώσει. Έφυγε για την Ιταλία, έμαθε πιο βαθιά την τέχνη του πηλού και επέστρεψε όχι για να βρει κάτι έτοιμο, αλλά για να φτιάξει από την αρχή. Την Πάρο τη γνώρισε μέσα από την ίδια την τέχνη. Εκεί γνώρισε και τη σύντροφό του. Μαζί έστησαν ένα εργαστήριο πριν από σαράντα πέντε χρόνια. Δεν ήταν εύκολο. Οι τέχνες της χειροτεχνίας έσβηναν σιγά σιγά, ο κόσμος άλλαζε, οι φωνές γύρω άλλοτε ενθαρρυντικές, άλλοτε αποθαρρυντικές. Δούλεψε όπου χρειάστηκε για να κρατήσει τον χώρο ζωντανό. Χωρίς να το κάνει θέμα. Σαν να ήταν κι αυτό μέρος της διαδικασίας. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ να απευθυνθεί σε όλους. Ούτε στους περαστικούς. Η δουλειά του βρίσκει εκείνους που ψάχνουν κάτι πιο πίσω από την επιφάνεια. Κάτι που δεν εξηγείται εύκολα αλλά αναγνωρίζεται. Όσοι τον πλησίασαν από άλλες χώρες για να μάθουν από εκείνον, δεν έρχονταν μόνο για την τεχνική. Έρχονταν για έναν τρόπο να βλέπεις. Γιατί για τον Στέλιο η έμπνευση δεν είναι κάτι σπάνιο. Είναι παντού. Σε ένα αντικείμενο, σε μια υφή, σε μια λεπτομέρεια που οι περισσότεροι προσπερνούν. Έχει μάθει να κρατάει ό,τι του δίνεται και να το μετατρέπει σε κάτι νέο. Το θέατρο μπήκε κι αυτό στη ζωή του, σαν μια άλλη γλώσσα. Όχι ξένη, αλλά συγγενική. Κι όμως, μέσα σε όλα, κάτι τον ενοχλεί. Η δυσκολία της επικοινωνίας σήμερα. Όχι η έλλειψη λόγων, αλλά η απουσία ακρόασης. Και ίσως γι’ αυτό επιστρέφει πάντα στον πηλό. Γιατί εκεί, αν δεν ακούσεις, δεν μπορείς να δημιουργήσεις. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
58
1
Στον Κυνίδαρο ο χρόνος δεν κυλάει όπως αλλού. Στέκεται λίγο παραπάνω πάνω στα χέρια, πάνω στο γάλα, πάνω στη μνήμη. Ο Δημήτρης Καρποντίνης μεγάλωσε μέσα σε έναν ρυθμό που δεν γράφεται σε ρολόγια. Από τον χειμώνα, όταν το κρύο ακόμη κρατάει τα βουνά σφιχτά, μέχρι τον Αύγουστο, οι μέρες ξεκινούν πριν φανεί ο ήλιος και τελειώνουν όταν πια το σώμα σωπαίνει. Το άρμεγμα με το χέρι, επαναλαμβανόμενο, επίμονο, σχεδόν προσευχή, δεν είναι μόνο δουλειά. Είναι μια σχέση με το ζώο, με τη γη, με αυτό που θα γίνει τροφή για άλλους. Το γάλα δεν περιμένει. Καθαρίζεται, πήζει, μεταμορφώνεται γρήγορα, σαν να ξέρει κι εκείνο ότι δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Κάποτε, δέκα άνθρωποι μαζί, ολημερίς, γύρω από καζάνια που άχνιζαν, μάζευαν τον κόπο της ημέρας για να τον κάνουν τυρί. Δεν ήταν εύκολο. Μα δεν ήταν και ποτέ βάρος. Γιατί η χαρά δεν βρισκόταν στο τέλος, αλλά στη στιγμή που κάποιος δοκίμαζε. Στο βλέμμα που άλλαζε. Εκεί, όλος ο κόπος έβρισκε λόγο. Η Νάξος κουβαλάει μια δική της αφθονία. Πρώτη σε τυρί στις Κυκλάδες, γεμάτη κατσίκια που σκαρφαλώνουν σε πέτρες και αέρα. Μα για τον Δημήτρη, δεν είναι οι αριθμοί που μετράνε. Είναι η συνέχεια. Ο παππούς ξεκίνησε γύρω στο 1920. Μετά ήρθε ο πατέρας, το 1969, να δώσει στο τυρί όνομα και δρόμο. Πέντε χρονών παιδί, ανάμεσα σε αδέρφια και ζώα, έμαθε τι σημαίνει να ανήκεις σε κάτι που δεν διαλέγεις, αλλά σε διαλέγει. Και τώρα, τέταρτη γενιά, τα ίδια χέρια συνεχίζουν να κρατούν μια σπίθα που δεν θέλει να γίνει φωτιά, μόνο να μην σβήσει. Τα μηχανήματα ήρθαν το 2018. Βοήθησαν. Μα δεν αντικατέστησαν. Γιατί κάποια πράγματα δεν είναι τεχνική. Είναι αφή. Είναι τρόπος να θυμάσαι ποιος είσαι. Τετρακόσια ζώα. Αμέτρητα λίτρα γάλα. Αμέτρητες μέρες ίδιες και διαφορετικές μαζί. Κι όμως, αυτό που μένει δεν είναι ο κόπος. Είναι η επιμονή να μείνεις. Ο Δημήτρης δεν έφυγε ποτέ από το νησί. Ακόμη κι όταν τα παιδιά του άνοιξαν δρόμο αλλού. Έμεινε εκεί όπου ο χρόνος δεν προχωράει ευθεία, αλλά γυρίζει πίσω για να βεβαιωθεί πως ό,τι αξίζει, συνεχίζεται. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
105
2