Marabou Project

@marabouproject

A book and a documentary, a unique documentation of the Aegean Sea inhabited islands, from 2018-2025 by @c_sofikitis and @petrossofikitis
Followers
7,629
Following
92
Account Insight
Score
33.53%
Index
Health Rate
%
Users Ratio
83:1
Weeks posts
Το χώμα εδώ δεν χαρίζεται. Το κερδίζεις, λίγο λίγο, με τα χέρια και τον χρόνο. Ο Αντώνης γεννήθηκε το 1939 και πριν καλά καλά καταλάβει τον κόσμο, βρέθηκε μέσα του. Στα δεκατρία στα μεταλλεία. Εκεί που η δουλειά δεν ήταν μόνο βάρος αλλά και αδικία. Άνθρωποι κάτω από τη γη, άλλοι να ορίζουν από πάνω. Κι όμως, δεν έμαθε να σκύβει. Έμαθε να αντέχει. Πέρασε από πολλά. Οικοδομές, λιμάνια, δρόμους της Αθήνας, ταξί, φορτηγά, θάλασσα. Χιλιόμετρα και κύματα. Όπου κι αν πήγε, δούλευε χωρίς να κάνει θόρυβο. Και πάντα τα χωράφια. Να τον περιμένουν. Να τα φροντίζει όπως μπορεί, με μια σχέση σχεδόν σιωπηλή. Εκεί μεγάλωσε, εκεί συνεχίζει. Το 1965, σε ένα πανηγύρι, γνώρισε τη Βικτωρία. Δεν χρειάστηκαν πολλά. Από το 1966 μαζί, σε μια ζωή που δεν χάρισε ευκολίες. Έφυγαν για την Αθήνα για να σταθούν. Εκείνη δούλεψε σε σπίτια, στην αγορά, χρόνια ολόκληρα χωρίς ανάσα. Κρατούσε μέσα της τη Σέριφο, όχι σαν ανάμνηση αλλά σαν ανάγκη. Ο καημός της δεν ήταν η απόσταση, ήταν τα παιδιά που μεγάλωναν μακριά από τον τόπο. Ο Αντώνης κουβαλά μνήμες παλιές. Από τους μεταλλωρύχους, από αγώνες που δεν γράφτηκαν όπως έπρεπε. Από μια εποχή που η αδικία δεν λεγόταν με το όνομά της. Τα θυμάται χωρίς να τα βαραίνει με λόγια. Στα χρόνια που ήρθαν, στην εποχή όπου λίγοι αποφάσισαν να κλείσουν τους πολλούς στο σπίτι τους, κι όταν όλα γύρω ζητούσαν να γίνεις κάτι άλλο, εκείνος έμεινε ίδιος. Δεν ακολούθησε το ρεύμα. Το πλήρωσε. Με αποστάσεις, με ανθρώπους που απομακρύνθηκαν, με μια σιωπηλή μοναξιά. Κι όμως, δεν σκλήρυνε. Δεν έκρινε. Έμεινε ήρεμος, όπως μόνο όσοι είναι σίγουροι μέσα τους μπορούν. Λέει πως η ζωή είναι καλή, αν τη δεχτείς όπως έρχεται. Όχι εύκολη, καλή. Η Βικτωρία γύρισε στο νησί και δεν το άφησε ξανά. Και κάθε φορά που φεύγει, το κουβαλά μαζί της με έναν τρόπο που πονά. Γιατί αυτός είναι ο τόπος της. Δυο άνθρωποι που έζησαν χωρίς να φτιάξουν ιστορία για να ειπωθεί. Κι όμως, την έζησαν. Σαν το χώμα που δούλεψαν. Σαν το βουνό που τους δοκίμασε. Σαν τη Σέριφο που τους κράτησε μέχρι το τέλος. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
98 0
2 days ago
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χρειάζεται να υψώσουν τη φωνή τους για να αφήσουν αποτύπωμα. Σαν ίχνος πάνω στην πέτρα, σαν ήχος που επιμένει στον αέρα. Ο Θοδωρής Λιβάνιος δεν κρύφτηκε ποτέ πίσω από λόγια. Μιλά όπως είναι. Ταπεινός, αληθινός, από εκείνους που δεν χρειάζονται αποδείξεις για να σταθούν. Γεννημένος το 1951 στη Σέριφο, μεγάλωσε σε έναν τόπο σκληρό, χωρίς πολλές επιλογές. Μετά το δημοτικό βγήκε στη δουλειά. Στα δεκαεπτά του μπήκε στο Πολεμικό Ναυτικό, έφτασε μέχρι αξιωματικός και αποστρατεύτηκε το 1994. Όμως η διαδρομή του είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Όπως λέει, όλα άρχισαν όταν ήταν σχεδόν τεσσάρων χρονών, ακούγοντας για πρώτη φορά το σουραύλι. Κάτι έμεινε μέσα του. Η ανάγκη να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του τόπου του. Όχι με μεγάλα λόγια. Με χαρτιά, κασέτες, κάμερες. Κατέγραφε ανθρώπους, φωνές, ιστορίες. Τη μουσική της Σερίφου την μετέτρεψε σε ένα πολύτιμο αρχείο, σχεδόν εγκυκλοπαίδεια. Όσους πρόλαβε τους ηχογράφησε. Τους υπόλοιπους τους γνώρισε μέσα από τις αφηγήσεις των δικών τους. Έσκυψε πάνω από τα μεταλλεία, τις δύσκολες ιστορίες του νησιού, τις μνήμες που βαραίνουν ακόμη. Ιστορίες από τον πατέρα του, από ανθρώπους που χάθηκαν κάτω από το βουνό. Στην Αθήνα εργάστηκε σε ραδιόφωνο και τηλεόραση, πάντα όμως με τη Σέριφο μέσα του. Μίλησε για το παλιό ελληνικό τραγούδι, για μουσικούς πριν και μετά τον πόλεμο, για ήχους που κινδύνευαν να χαθούν. Το 1999, στο ανοιχτό θέατρο του νησιού, έφερε για λίγο πίσω όσους είχαν φύγει, μέσα από τις ιστορίες και τις ηχογραφήσεις τους. Δημιούργησε και το φεστιβάλ του σουραυλιού, όχι για εντύπωση, αλλά για μνήμη. Συνέχισε να μαζεύει, να καταγράφει, να κρατά. Όχι για να φανεί. Για να μείνουν. Και ίσως η επιμονή να μη χαθεί αυτό που αξίζει να είναι το πιο σημαντικό. Σαν μια νότα από σουραύλι που περνά στον αέρα. Σαν μια ιστορία που κάποιος φρόντισε να μη σβήσει. Σαν τη Σέριφο που τον μεγάλωσε και ακόμη τον κρατά. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
72 0
3 days ago
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν φεύγουν πραγματικά, μόνο γίνονται πιο ήσυχοι, σαν τη θάλασσα όταν πέφτει ο άνεμος. Ο Νίκος Παρίσσης έζησε μια ζωή γεμάτη, χωρίς θόρυβο. Από τα δεκαεπτά του έγραφε σε μικρά χαρτιά, λέξεις για να θυμάται. Όχι για να τις δείξει, αλλά για να κρατά κοντά του όσα είδε και όσα ένιωσε. Από επτά χρονών στη βάρκα. Ογδόντα και πλέον χρόνια μέσα στη θάλασσα, όχι σαν δουλειά αλλά σαν τρόπος ζωής. Με το ψαροκάικό του ταξίδεψε, γνώρισε τόπους και ανθρώπους, κουβάλησε εικόνες που δεν ζήτησε ποτέ να γίνουν ιστορίες για άλλους. Τις κράτησε δικές του, όπως κρατάς κάτι πολύτιμο. Ο πόλεμος τον βρήκε παιδί. Η κατοχή τον σημάδεψε, αλλά δεν τον λύγισε. Έμαθε να προχωρά, να αντέχει, να στέκεται με έναν τρόπο που δεν ζητά εξηγήσεις. Ήξερε πολλά, για τη Σμύρνη, για ανθρώπους που πέρασαν από φωτιά και θάλασσα, μα δεν τα έβγαζε στην επιφάνεια. Τα άφηνε εκεί που ανήκουν, μέσα του. Έφτιαξε οικογένεια, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονο. Στάθηκε δίπλα στη γυναίκα του μέχρι το τέλος, με μια σιωπηλή φροντίδα που δεν ζητά αναγνώριση. Έζησε απλά, χωρίς να εκμεταλλευτεί τίποτα και κανέναν, με μοναδικό του στήριγμα τα ήθη και τα ιδανικά μιας άλλης εποχής. Έλεγε πως η ζωή είναι να τη δέχεσαι όπως έρχεται. Να μη σπαταλάς στα περιττά και να μη ξεχνάς τα ουσιαστικά. Τώρα που έφυγε, δεν έμειναν μόνο οι ιστορίες του. Έμεινε ο τρόπος του. Εκείνος ο ήσυχος, σταθερός τρόπος να ζεις χωρίς να προδίδεις όσα πιστεύεις. Σαν τα χαρτιά που έγραφε. Σαν τη θάλασσα που τον κράτησε μια ζωή. Σαν τη Σέριφο που συνεχίζει να τον θυμάται. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
68 1
10 days ago
Στη Σαντορίνη έφτασε το 1974 με μια τσάντα στην πλάτη και χωρίς σχέδιο. Ερχόταν από τη Γαλλία, με μια μικρή στάση στην Ίο που δεν κράτησε πολύ. Το καράβι την άφησε σε ένα νησί άδειο, ήσυχο, σχεδόν σιωπηλό. Τα πρώτα χρόνια έζησε χωρίς ρεύμα. Το θυμάται σαν μια συνέχεια από μέρες με φως τη μέρα και σκοτάδι το βράδυ. Το σπίτι που μένει σήμερα ήταν κάποτε αποθήκη για κρασιά και μουσταλευριά. Σιγά σιγά, με τα χέρια της, το μετέτρεψε σε σπίτι. Όχι πολυτελές. Απλώς αληθινό. Το μαγαζί της το ονόμασε «Μαρία Μπαμπαβιντα», ένα όνομα που κρατάει κάτι από εκείνη και κάτι από μια γιαγιά που θυμόταν από τη Μακεδονία. Έφτιαχνε κοσμήματα στο χέρι, μικρά πράγματα στην αρχή. Όχι για να γεμίσει ράφια, αλλά για να δώσει μορφή σε κάτι που είχε ήδη μέσα της. Πριν φτάσει εδώ είχε ταξιδέψει αλλιώς. Από τη Γαλλία μέχρι την Τουρκία με οτοστόπ, σε εποχές που τόποι όπως το Αφγανιστάν έμοιαζαν ακόμη ανοιχτοί στον κόσμο. Δεν τα λέει για να εντυπωσιάσει. Τα λέει σαν κάτι που απλώς συνέβη. Και μετά έμεινε. Η Σαντορίνη έγινε ο τόπος της. Η απλότητα, η αρχιτεκτονική, το μπλε της θάλασσας και εκείνες οι νύχτες μέχρι τα μέσα του ’80, με μουσικές, παρέες και γλέντια χωρίς λόγο. Δεν κράτησε τίποτα μόνο για τον εαυτό της. Ακόμα και το κρασί που φύλαγε δεκαετίες το άνοιγε χωρίς δεύτερη σκέψη αν υπήρχε άνθρωπος απέναντι. Σήμερα κοιτάζει παλιές φωτογραφίες και θυμάται την άδεια Σαντορίνη που πρωτοείδε, το σπίτι που έγινε σπίτι και τις διαδρομές που την έφεραν εδώ. Και κάπως έτσι, χωρίς ποτέ να το πει δυνατά, έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν θα φύγει. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean Special thanks: @emilymandy9 🙏🏽
53 0
11 days ago
Στην Πάρο μεγάλωσε σε χρόνια που δεν είχαν χώρο για πολλά λόγια, μόνο για επιβίωση Οκτώ χρονών, μέσα στην κατοχή, έμαθε να ξεχωρίζει τους ανθρώπους όχι από τη γλώσσα αλλά από τη σκληρότητα. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν Ιταλοί, οι Γερμανοί λιγότεροι αλλά πιο βαρείς. Δεν χρειαζόταν πολλά για να ξεφύγουν τα πράγματα, ένα βλέμμα, μια κίνηση Στο σπίτι η μητέρα του κρατούσε φούρνο. Εκείνος με τα αδέρφια του έκοβαν ψωμί και το έδιναν στον κόσμο, όχι γιατί περίσσευε αλλά γιατί έτσι έπρεπε. Οι Γερμανοί δεν πείραξαν τον φούρνο, αλλά ζητούσαν να ψήνονται για εκείνους ό,τι υπήρχε. Μνήμες που δεν τις κουβαλάει σαν βάρος, μόνο σαν κάτι που πέρασε μέσα του Στα δεκατρία του νοίκιασε ένα μικρό σπίτι κοντά στη θάλασσα και έγινε ψαράς. Τον έδιωξαν στην αρχή, του είπαν να γυρίσει στα πρόβατα. Δεν γύρισε. Μέσα σε λίγους μήνες είχε ήδη ξεχωρίσει, όχι γιατί το κυνήγησε αλλά γιατί δεν έκανε πίσω Σχολείο πήγε ελάχιστα, δέκα μέρες όλες κι όλες. Η ζωή του ήταν στη θάλασσα. Σαράντα χρόνια ψαράς, ξενύχτια, βάρος, αλάτι. Μέρες που αν δεν έβγαζες ψάρια δεν είχες να φας. Άνοιξε καφενείο χωρίς να ξέρει καφέ και σε τρία χρόνια το έκανε ψαροταβέρνα. Ό,τι έμαθε, το έμαθε κάνοντάς το. Δεν σκέφτηκε ποτέ να φύγει από το νησί. Εδώ ήταν η ζωή του, η θάλασσα, οι άνθρωποι, ο κόπος. Θυμάται γυναίκες στα χωράφια και το κρασί να βγαίνει από το πατητήρι, όχι από μπουκάλια. Από τα οκτώ μέχρι σήμερα, στα 94 του, έχει πάντα ένα ποτήρι κρασί στο τραπέζι Δούλεψε πολύ, πέρασε περισσότερα, δεν τα μετράει. Στέκεται μόνο σε αυτό που έμεινε. Και το λέει απλά ότι είναι γεμάτος 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
100 2
12 days ago
Στις Λεύκες Πάρου μεγάλωσε με την αίσθηση ότι ο κόσμος χωράει μέσα σε λίγα στενά. Όχι γιατί ήταν μικρός, αλλά γιατί όλα περνούσαν από εκεί. Ο Χρήστος Γεωργούσης έφυγε νωρίς για να τελειώσει το σχολείο στην Εύβοια, σπούδασε στην Αθήνα, έκανε τον στρατό του εκεί. Μα δεν ένιωσε ποτέ ότι ανήκει αλλού. Επέστρεψε με μια απλή απόφαση να μείνει εκεί όπου αναγνωρίζει τη ζωή του. Το 1978 στάθηκε για πρώτη φορά ως δάσκαλος στην Πάρο, στην ίδια αυλή που κάποτε ήταν μαθητής. Είχε ήδη ζήσει χρόνια δύσκολα. Τη χούντα όχι σαν έννοια, αλλά σαν εμπειρία. Κράτησε όμως κάτι καθαρό να μην αφήσει τον φόβο να γίνει τρόπος ζωής και να στέκεται δίπλα στους μαθητές, όχι απέναντί τους. Πέρασε για λίγο και από την πολιτική μετά το Πολυτεχνείο, μα γύρισε εκεί που ένιωθε πιο χρήσιμος. Στην τάξη. Θυμάται μια Πάρο αλλιώς. Με ανθρώπους που ήθελαν να χτίσουν. Σήμερα τα παιδιά έχουν περισσότερα, λέει, ίσως λιγότερα να αναζητήσουν. Οι δουλειές του χεριού χάνονται κι όμως το χέρι είναι τρόπος να καταλαβαίνεις τον κόσμο. Κι αν κάτι μένει πιο έντονο από όλα, είναι οι ήχοι. Οι φωνές από τα διπλανά σπίτια. Η μαμή που ερχόταν και το γλέντι που ακολουθούσε. Ο αργαλειός το πρωί. Οι βεγγέρες που περνούσαν από τοίχο σε τοίχο. Όλα όσα δεν τα σκέφτεσαι αλλά σε φτιάχνουν. Αυτά κράτησε. Και τα έκανε βιβλίο. Όχι για να εξηγήσει, αλλά για να μην χαθούν. Ίσως γιατί όταν χάνονται οι ήχοι, αλλάζει και ο τρόπος που θυμάσαι. Κι εκείνος δεν ήθελε να ξεχάσει. 🖊️ : Κωνσταντίνος Σοφικίτης
54 0
13 days ago
Ο Στέλιος Γκίκας δεν μιλάει για την τέχνη του σαν κάτι ξεχωριστό από τη ζωή του. Είναι κάτι που υπήρχε πάντα, πριν ακόμα αποκτήσει όνομα. Από παιδί, δίπλα στη μητέρα του, σχεδίαζε λάμπες πετρελαίου χωρίς να ξέρει ότι αυτή η κίνηση θα τον ακολουθήσει για δεκαετίες. Όπως τον ακολούθησαν και οι εικόνες από μακρινούς τόπους, από το Μαρόκο μέχρι τη Λιβύη, μικρά αντικείμενα που έγιναν σιωπηλοί δάσκαλοι. Σπούδασε γραφικές τέχνες, δούλεψε σε τράπεζα, πέρασε από την Αθήνα χωρίς να ριζώσει. Έφυγε για την Ιταλία, έμαθε πιο βαθιά την τέχνη του πηλού και επέστρεψε όχι για να βρει κάτι έτοιμο, αλλά για να φτιάξει από την αρχή. Την Πάρο τη γνώρισε μέσα από την ίδια την τέχνη. Εκεί γνώρισε και τη σύντροφό του. Μαζί έστησαν ένα εργαστήριο πριν από σαράντα πέντε χρόνια. Δεν ήταν εύκολο. Οι τέχνες της χειροτεχνίας έσβηναν σιγά σιγά, ο κόσμος άλλαζε, οι φωνές γύρω άλλοτε ενθαρρυντικές, άλλοτε αποθαρρυντικές. Δούλεψε όπου χρειάστηκε για να κρατήσει τον χώρο ζωντανό. Χωρίς να το κάνει θέμα. Σαν να ήταν κι αυτό μέρος της διαδικασίας. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ να απευθυνθεί σε όλους. Ούτε στους περαστικούς. Η δουλειά του βρίσκει εκείνους που ψάχνουν κάτι πιο πίσω από την επιφάνεια. Κάτι που δεν εξηγείται εύκολα αλλά αναγνωρίζεται. Όσοι τον πλησίασαν από άλλες χώρες για να μάθουν από εκείνον, δεν έρχονταν μόνο για την τεχνική. Έρχονταν για έναν τρόπο να βλέπεις. Γιατί για τον Στέλιο η έμπνευση δεν είναι κάτι σπάνιο. Είναι παντού. Σε ένα αντικείμενο, σε μια υφή, σε μια λεπτομέρεια που οι περισσότεροι προσπερνούν. Έχει μάθει να κρατάει ό,τι του δίνεται και να το μετατρέπει σε κάτι νέο. Το θέατρο μπήκε κι αυτό στη ζωή του, σαν μια άλλη γλώσσα. Όχι ξένη, αλλά συγγενική. Κι όμως, μέσα σε όλα, κάτι τον ενοχλεί. Η δυσκολία της επικοινωνίας σήμερα. Όχι η έλλειψη λόγων, αλλά η απουσία ακρόασης. Και ίσως γι’ αυτό επιστρέφει πάντα στον πηλό. Γιατί εκεί, αν δεν ακούσεις, δεν μπορείς να δημιουργήσεις. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
58 0
15 days ago
Στον Κυνίδαρο ο χρόνος δεν κυλάει όπως αλλού. Στέκεται λίγο παραπάνω πάνω στα χέρια, πάνω στο γάλα, πάνω στη μνήμη. Ο Δημήτρης Καρποντίνης μεγάλωσε μέσα σε έναν ρυθμό που δεν γράφεται σε ρολόγια. Από τον χειμώνα, όταν το κρύο ακόμη κρατάει τα βουνά σφιχτά, μέχρι τον Αύγουστο, οι μέρες ξεκινούν πριν φανεί ο ήλιος και τελειώνουν όταν πια το σώμα σωπαίνει. Το άρμεγμα με το χέρι, επαναλαμβανόμενο, επίμονο, σχεδόν προσευχή, δεν είναι μόνο δουλειά. Είναι μια σχέση με το ζώο, με τη γη, με αυτό που θα γίνει τροφή για άλλους. Το γάλα δεν περιμένει. Καθαρίζεται, πήζει, μεταμορφώνεται γρήγορα, σαν να ξέρει κι εκείνο ότι δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Κάποτε, δέκα άνθρωποι μαζί, ολημερίς, γύρω από καζάνια που άχνιζαν, μάζευαν τον κόπο της ημέρας για να τον κάνουν τυρί. Δεν ήταν εύκολο. Μα δεν ήταν και ποτέ βάρος. Γιατί η χαρά δεν βρισκόταν στο τέλος, αλλά στη στιγμή που κάποιος δοκίμαζε. Στο βλέμμα που άλλαζε. Εκεί, όλος ο κόπος έβρισκε λόγο. Η Νάξος κουβαλάει μια δική της αφθονία. Πρώτη σε τυρί στις Κυκλάδες, γεμάτη κατσίκια που σκαρφαλώνουν σε πέτρες και αέρα. Μα για τον Δημήτρη, δεν είναι οι αριθμοί που μετράνε. Είναι η συνέχεια. Ο παππούς ξεκίνησε γύρω στο 1920. Μετά ήρθε ο πατέρας, το 1969, να δώσει στο τυρί όνομα και δρόμο. Πέντε χρονών παιδί, ανάμεσα σε αδέρφια και ζώα, έμαθε τι σημαίνει να ανήκεις σε κάτι που δεν διαλέγεις, αλλά σε διαλέγει. Και τώρα, τέταρτη γενιά, τα ίδια χέρια συνεχίζουν να κρατούν μια σπίθα που δεν θέλει να γίνει φωτιά, μόνο να μην σβήσει. Τα μηχανήματα ήρθαν το 2018. Βοήθησαν. Μα δεν αντικατέστησαν. Γιατί κάποια πράγματα δεν είναι τεχνική. Είναι αφή. Είναι τρόπος να θυμάσαι ποιος είσαι. Τετρακόσια ζώα. Αμέτρητα λίτρα γάλα. Αμέτρητες μέρες ίδιες και διαφορετικές μαζί. Κι όμως, αυτό που μένει δεν είναι ο κόπος. Είναι η επιμονή να μείνεις. Ο Δημήτρης δεν έφυγε ποτέ από το νησί. Ακόμη κι όταν τα παιδιά του άνοιξαν δρόμο αλλού. Έμεινε εκεί όπου ο χρόνος δεν προχωράει ευθεία, αλλά γυρίζει πίσω για να βεβαιωθεί πως ό,τι αξίζει, συνεχίζεται. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
105 1
16 days ago
Στη Μύκονο, εκεί που ο άνεμος δεν σταματά ποτέ, υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί από το ίδιο υλικό με το νησί. Πέτρα και αλάτι. Γεννημένος το 1947 ο Μανώλης, δεν έφυγε ποτέ. Δεν τον τράβηξε αλλού η ζωή. Έμεινε εκεί, να δουλεύει με τα χέρια του, να στήνει ξερολιθιές, να κρατά όρθιο ένα τοπίο που αλλιώς θα λύγιζε. Από δέκα χρονών παιδί έβαλε την πρώτη πέτρα πάνω στην άλλη. Και δεν σταμάτησε ποτέ. Σήμερα λένε πως είναι από τους τελευταίους που ξέρουν. Όχι απλώς να χτίζουν, αλλά να “διαβάζουν” την πέτρα. Να τη βρίσκουν, να τη γυρίζουν, να τη δένουν χωρίς τίποτα, μόνο με το μάτι και την υπομονή. Η ξερολιθιά δεν είναι τεχνική, είναι τρόπος να στέκεσαι απέναντι στον χρόνο. Η ζωή του ήταν πάντα απλή και βαριά μαζί. Πέτρες και αγελάδες. Δουλειά χωρίς διακοπή. Και όταν δεν έχτιζε, βοηθούσε. Δεκαετίες τώρα θάβει ανθρώπους στο νησί. Όχι για χρήματα. Γιατί έτσι νιώθει σωστό. Να μην φεύγει κανείς μόνος του. Το σώμα όμως δεν αντέχει για πάντα. Ένα εγκεφαλικό τον λύγισε, του άφησε ένα βάδισμα αργό, δύσκολο. Του λένε να σταματήσει. Δεν μπορεί. Βγαίνει όσο τον αφήνουν. Κάνει ό,τι προλάβει. Δεν είναι πείσμα, είναι ανάγκη. Αν σταματήσει, κάτι μέσα του θα σβήσει πριν την ώρα του. Κοιτάς το πρόσωπό του και βλέπεις χρόνια. Όχι απλώς ηλικία, αλλά κακουχίες χαραγμένες, σαν τις γραμμές στις ξερολιθιές που έφτιαξε. Σαν να πέρασε από πάνω του ο καιρός και δεν τον άφησε άθικτο, αλλά εκείνος έμεινε όρθιος. Σήμερα δυσκολεύεται. Η τροφή για τα ζώα ακριβαίνει, ο κόσμος αλλάζει, η τέχνη του σιγά σιγά χάνεται. Και όμως, εκείνος συνεχίζει. Όσο μπορεί. Με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε παιδί. Ίσως γιατί ξέρει κάτι που δεν λέγεται εύκολα: πως ό,τι δεν κρατηθεί με το χέρι, χάνεται. Και η πέτρα, αν δεν τη βάλεις στη θέση της, πέφτει. Όπως και ο άνθρωπος. Αφήγηση: Στεφανία Καλομοίρη Κείμενο: Κωνσταντίνος Σοφικίτης
125 0
17 days ago
Στη Σέριφο, εκεί που οι πέτρες έχουν τη σκληράδα του σιδήρου και οι άνθρωποι την τρυφερότητα της θάλασσας, γεννήθηκε ο Νίκος Λιβάνιος. Τον φωνάζουν «ο Γλυκός», γιατί το βιολί του στάζει μέλι πάνω στις πληγές και τις γιατρεύει. Από παιδί, η μουσική ήταν η αναπνοή του. «Αν δεν υπήρχε το βιολί, θα το ’χα εφεύρει εγώ», λέει χαμογελώντας. Το πρώτο του δοξάρι δεν ήταν παρά οι βελόνες της γιαγιάς του. Έπειτα καλάμια, πινέζες, τρίχες για χορδές, κούπες για σώμα, ό,τι έβρισκε το μεταμόρφωνε σε όργανο. Έκοψε κάποτε το φουρνέτσι του ξυλόφουρνου του πατέρα του για να φτιάξει λαούτο, κι ύστερα βιολί. Ο πατέρας τον κυνηγούσε, μα εκείνος είχε κιόλας βρει τον δρόμο του. Δεν τον άγγιξε το ποτό, δεν τον κέρδισε ο τζόγος. Μόνο η μουσική. Θυμάται μια φορά που έπαιζε από το Μεγάλο Σάββατο ίσαμε το Σάββατο του Θωμά, ασταμάτητα, πέντε λεπτά ύπνος σε μια καρέκλα και πάλι οι δοξαριές να φλέγουν τον αέρα. Δεν σπούδασε στα θρανία. Η γη ήταν το πανεπιστήμιό του. Παρατηρούσε τα σύννεφα, τα βράχια, τα άστρα, βιολογία, γεωλογία, μετεωρολογία, αστρονομία, όλα μελετημένα με τα μάτια του αγρότη και την ψυχή του μουσικού. Όταν τον συνάντησα, στάθηκε σιωπηλός κοιτάζοντας τα χωράφια του. Τα μισά ξερά, τα άλλα μισά να παλεύουν να κρατηθούν. Και με δάκρυα στα μάτια μου είπε: «Μας μιλάνε για κλιματική αλλαγή και ξηρασία, μα εμένα τα χωράφια μου δεν έχουν νερό γιατί όλα αυτά τα χρόνια γεμίσαμε πισίνες. Αυτές ρουφούν τον υδροφόρο ορίζοντα. Πώς να ζήσει η γη έτσι;» Ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που πονά για τον τόπο του, μα εξακολουθεί να τον αγαπά με την ίδια ευγένεια που αγγίζει τις χορδές του βιολιού του. Πιστεύει στην ειρήνη, στην αρμονία, στη δικαιοσύνη. «Η ζωή είναι μικρή», τραγουδάει, «κι εγώ θα ’θελα εκατό ζωές ακόμα, για να κάνω όλα όσα μπορώ». Κι όμως, ξέρει καλά πως όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος τα έχει ήδη πάνω του. Είναι τι θα καλλιεργήσει. Ο Νίκος Λιβάνιος, «ο Γλυκός». Ένας ποιητής με δοξάρι. Ένας άνθρωπος που μετέτρεψε τη σκληρότητα της επιβίωσης σε μουσική, και τη μουσική σε τρόπο ζωής. Αφήγηση: Στεφανία Καλομοίρη Κείμενο: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
63 0
19 days ago
Ο Παπά Ηλίας δεν χρειαζόταν πολλά λόγια για να γεμίσει έναν τόπο. Τον γέμιζε με την παρουσία του, με το βήμα του στο χώμα, με μια φωνή που κουβαλούσε μαζί εκκλησία, αμπέλι και καιρό. Γεννημένος το 1958 στη Θηρασιά, μεγάλωσε σε μια εποχή δύσκολη και λιτή, τότε που το νησί δεν έφτανε για να κρατήσει τους ανθρώπους. Λίγο κριθάρι, λίγη φάβα, λίγα φασόλια, λίγα σταφύλια και πολλή δουλειά. Μιλούσε για τον τόπο του όπως μιλούν οι νησιώτες, χωρίς στολίδια, με αλήθεια. Θυμόταν χωριά γεμάτα ζωή, την Αγριλιά, και ύστερα τη φτώχεια, την κατοχή, τη φυγή. Άνθρωποι έφευγαν ξυπόλυτοι για το Λαύριο, άλλοι γίνονταν ναυτικοί, κι όσοι έμεναν έμεναν σαν ρίζες στην πέτρα. Εκείνος έμεινε. Φόρεσε το ράσο και στάθηκε δίπλα στους ανθρώπους για δεκαετίες, όπως πριν από αυτόν ο παππούς του. Στις γιορτές αλλά και στα μικρά καθημερινά, στις αγωνίες, στα περάσματα, στα παράπονα. Χωρίς θόρυβο. Η γη ήταν πάντα εκεί. Τα αμπέλια του, τα ζώα του, το μποστάνι του. Ήξερε το κλήμα σαν πρόσωπο, ήξερε πώς να το κρατήσει χαμηλά για να αντέξει τον άνεμο. Μια γνώση που δεν μαθαίνεται εύκολα και που φρόντισε να περάσει στον γιο του, σαν συνέχεια του τόπου. Μιλούσε για το κρασί με τρυφερότητα, για τα λιαστά, το πάτημα, τις κάναβες, το κρασί που δεν είναι για το ράφι αλλά για το μοίρασμα. Για τα πανηγύρια και τους γάμους όπου παντρευόταν για λίγο όλο το χωριό μαζί, με βιολιά και χαρά χωρίς ρολόι. Αγαπούσε τη Θηρασιά χωρίς να την ωραιοποιεί. Έβλεπε την αδικία, την εγκατάλειψη, την απόσταση από τη Σαντορίνη που δεν είναι χιλιόμετρα αλλά η απόσταση στην φροντίδα είναι τεράστια. Μιλούσε ήσυχα, με μια καθαρή πίκρα. Τώρα που δεν είναι πια εδώ, μοιάζει να έχει επιστρέψει σε όλα όσα υπηρέτησε. Στην πέτρα, στο βαρέλι, στο αμπέλι που παλεύει με τον άνεμο, στη μικρή εκκλησία και στον δρόμο που ενώνει τους ανθρώπους. Δεν άφησε πίσω του πράγματα. Άφησε έναν τρόπο. Να ζεις έναν τόπο με πίστη χωρίς επίδειξη, με κόπο χωρίς θόρυβο και με μια αγάπη που δεν φωνάζει. Αφήγηση: Τρύφωνας Κλης Κείμενο: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
121 2
22 days ago
Στη Νάξο, εκεί όπου ο άνεμος κουβαλά τη μνήμη των αιώνων, γνωρίσαμε δύο αδέλφια που μοιάζουν να έχουν σμιλευτεί από την ίδια πέτρα του νησιού. Ο Ιάσωνας και ο Λαγίος Πολυκρέτης, δύο ζωές παράλληλες, χαραγμένες με μόχθο, πίστη και αξιοπρέπεια. Ο Ιάσωνας, αρχιτέκτονας και ζωγράφος, γεννημένος το 1943, μεγάλωσε ανάμεσα σε ζώα, φορτώματα και καΐκια. Στα δεκατρία του έφυγε για την Αθήνα, κουβαλώντας στις αποσκευές του τη ναξιώτικη γη και τη διάλεκτο της Απειράνθου. Αγάπησε την ελληνική φιλοσοφία σαν φάρο σκέψης και πίστεψε πως το «γνώθι σαυτόν» δεν είναι ρήση, αλλά δρόμος ζωής. Για εκείνον, η ζωγραφική δεν είναι απλώς τέχνη, είναι εξομολόγηση. Ο πίνακας, όπως λέει, πρέπει να είναι ένα γράμμα με ψυχή. Η ζωή του δεν έλειψε από δοκιμασίες. Ναύτης, εργολάβος, αγωνιστής της σκέψης, φυλακίστηκε νέος για την ανυπακοή του, τραυματίστηκε σοβαρά το 1981 και είδε τα καλύτερά του έργα να χάνονται σε μια μεγάλη φωτιά στη Νάξο, έργα που αφηγούνταν την ιστορία του τόπου του. Κι όμως, δεν έπαψε ποτέ να επιστρέφει στο νησί. Ανάμεσα στην αμφισβήτηση και την πίστη, ανάμεσα στην πολιτική του συνείδηση και τη πνευματική του αναζήτηση, συνέχισε να αναζητά την αλήθεια, βαθιά ριζωμένος στην αρχαία ελληνική παιδεία. Δίπλα του, ο αδελφός του Λαγίος, ένας άνθρωπος λιτός και ακέραιος. Οικοδόμος σε όλη του τη ζωή, δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει. Τον φωτογράφισα μπροστά στην πρώτη του μπουλντόζα, σαν να στεκόταν απέναντι στον ίδιο του τον χρόνο, με βλέμμα καθαρό και σιωπηλή περηφάνια. Στα πρόσωπά τους καθρεφτίζεται η ψυχή της Ελλάδας, η δημιουργία και ο μόχθος, η σκέψη και η πράξη. Δύο αδέλφια που κουβαλούν μέσα τους το φως και το βάρος της ιστορίας, σαν ένα ζωντανό γράμμα από τη Νάξο προς το μέλλον. 🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης #marabou_aegean
190 1
25 days ago